Κρατήσεις
Στολίζουμε νεονύμφους στο σπίτι τους, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, με τη συνοδεία Παραδοσιακής Κυπριακής Μουσικής και Τραγουδιών, ντυμένοι με την παραδοσιακή Κυπριακή ενδυμασία, βάσει του παλιού εθιμοτυπικού και παράδοσης ή ακολουθούμε τη δική σας επιλογή.
Συνεχίζουμε την πέραν των 100 χρόνων μουσική παράδοση της οικογένειας μας παίζοντας παραδοσιακή μουσική και διατηρώντας τα ήθη και τα έθιμα του γάμου.
Ο Αναστάσης (Τάσος) Πίπης παίζει λαγούτο και τραγούδα και ο Γιώργος Πίπης παίζει βιολί.
Για κρατήσεις τηλεφωνήστε μας έγκαιρα (μόλις κλείσετε εκκλησία) στα τηλέφωνα:
Αναστάσης Πίπης - 99425545 ή Γιώργος Πίπης - 99692848
Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012
Σάββατο 11 Αυγούστου 2012
Οι "κρύφές" πτυχές του αρχαίου Ελληνικού γάμου
Γαμήλια Πομπή
Σε
όλες τις πόλεις-κράτη κατοχυρωνόταν με νόμο, έπαιζε δε πρωτεύοντα ρόλο την
κοινωνία. Αν και δεν ήταν υποχρεωτικός, οι νέοι έπρεπε να παντρευτούν, γιατί η
κριτική που ασκούταν στους άγαμους ήταν έντονη και πολλές φορές χλευαστική. Η
δημιουργία οικογένειας εξυπηρετούσε δύο βασικούς σκοπούς. Την απόκτηση απογόνων
και την κληροδότηση της περιουσίας και δεύτερον την περίθαλψη των γονέων από τα
παιδιά τους.
Στην αρχαία Ελλάδα επικρατούσε το μονογαμικό
σύστημα. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος ο Κέκρωψ φαίνεται ότι καθιέρωσε την
έννοια του γάμου, με τη μορφή της μονογαμίας.
Ο ελληνικός γάμος στην αρχαιότητα και
ιδιαίτερα στην Αθηναϊκή Πολιτεία, μπορεί να καθοριστεί ως η ένωση του άνδρα και
της γυναίκας “επί σκοπώ παιδοποιίας γνησίων (νομίμων)
τέκνων” και μάλιστα αγοριών, χωρίς να αποκλείεται εντελώς και η ερωτική
απόλαυση των συζύγων.
Ο Πλάτων στους “Νόμους” υποστηρίζει ότι οι
νόμοι οι σχετικοί με το γάμο πρέπει να κατέχουν την πρώτη θέση στη νομοθεσία,
επειδή αποτελούν τη βάση κάθε ευνομούμενης πολιτείας: “Άραγε η σύναψη γάμων δεν αποτελεί τη
δημιουργική αρχή όλων των πόλεων; Και οι νόμοι οι σχετικοί με το γάμο, αν
θεσπισθούν καλά, αποτελούν εχέγγυο ότι θα πάνε καλά όλα τα θέματα της πόλης”.
Οι γυναίκες ήταν πολίτισσες και προστατευόταν
από τους νόμους. Οι άνδρες μπορούσαν να έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις(*), αλλά
μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου κληρονομούσαν όνομα και περιουσία. Οι άνδρες
παντρευόταν κυρίως στην ηλικία των 24-30 ετών, ενώ η ηλικία της γυναίκας ήταν
τα 12-16 χρόνια.
Στις γαμήλιες τελετές, δεν ήταν
υποχρεωτικό να παραβρίσκεται ιερέας ή εκπρόσωπος του κράτους και έτσι η
παρουσία μαρτύρων στα συμβόλαια, όπου καθοριζόταν η προίκα, ήταν απαραίτητη.
Οι γάμοι γίνονταν τις μέρες που ήταν πανσέληνος και συνήθως το χειμώνα,
το μήνα Γαμηλιώνα (δηλαδή από τα μέσα Ιανουαρίου έως τα μέσα Φεβρουαρίου), που
ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα.
Ο
γάμος στην αρχαία Αθήνα
Στην Αθήνα τα κορίτσια δεν επιτρεπόταν να
έχουν καμία επαφή πριν παντρευτούν. Ο μοναδικός τρόπος για να επιλέξει σύζυγο
μια κοπέλα ήταν το συνοικέσιο, το οποίο γινόταν από τις προξενήτρες. Ο πατέρας
της νύφης και του γαμπρού συμφωνούσαν ενώπιον μαρτύρων να παντρευτούν τα
παιδιά. Η συμφωνία αυτή ονομαζόταν “εγγύη” και επρόκειτο για μια πολύ σημαντική
νομική πράξη παρά το γεγονός ότι ήταν προφορική. Η εγγύη αποτελούσε ένα είδος
αρραβώνα. Στην Αθήνα υπήρχε νόμος που απαγόρευε σε έναν άνδρα να παντρευτεί μια
γυναίκα που δεν ανήκε σε οικογένεια Αθηναίων πολιτών αν και πολλές φορές ο
συγκεκριμένος νόμος δεν εφαρμοζόταν. Απαγορευόταν στους Αθηναίους να
παντρευτούν με μια ξένη.
Κατά την πρώτη μέρα του γάμου, που κι εδώ
διαρκούσε τρεις μέρες, ο πατέρας της νύφης έκανε τις καθιερωμένες προσφορές
στους θεούς, η νύφη πρόσφερε τα παιδικά της παιχνίδια στην θεά Άρτεμη για να
δείξει συμβολικά την αποκοπή από την προηγούμενη ζωή της και οι μελλόνυμφοι
λούζονταν με νερό που έφερναν με ειδικό αγγείο από μια ιερή πηγή, την
Καλλιρρόη. Τη δεύτερη μέρα γινόταν το γαμήλιο γεύμα από τον πατέρα της νύφης
και η ίδια πάνω σε άμαξα πήγαινε στο νέο της σπίτι. Την τρίτη μέρα η νύφη
δεχόταν τα γαμήλια δώρα στο σπίτι της. Οι γάμοι ήταν πάντα αφιερωμένοι στην
θεά Ήρα, την προστάτιδα του θεσμού του γάμου.
Το διαζύγιο στην Αθήνα γινόταν με την
αποπομπή της συζύγου από το σπίτι. Ο άνδρας είχε πάντα το δικαίωμα να διώξει τη
γυναίκα του και όταν ακόμα δεν είχε για τίποτα να την κατηγορήσει. Η απιστία
στην αθηναϊκή κοινωνία θεωρούνταν μεγάλο αδίκημα και τιμωρούνταν με
αποπομπή από το σπίτι ή με απαγόρευση της συμμετοχής στις θρησκευτικές γιορτές.
Ο γάμος στην αρχαία Σπάρτη
Στη Σπάρτη όσοι έμεναν ανύπαντροι ως τα
γεράματα δεν τους εκτιμούσαν όπως τους άλλους γέρους. Όταν κάποιος νέος ήθελε
να παντρευτεί, «άρπαζε» την κοπέλα που επιθυμούσε. Την παρέδιδε σε μια γυναίκα,
τη νυμφεύτρια, που τις έκοβε τα μαλλιά, την έντυνε με ανδρικά ρούχα και την
ξάπλωνε σε αχυρένιο στρώμα μόνη. Κατόπιν ο γαμπρός έφευγε από το στρατόπεδο και
την συναντούσε κρυφά και πάντα στο σκοτάδι. Περνούσε αρκετός καιρός και αρκετές
συνευρέσεις μέχρι ο γαμπρός να δει το πρόσωπο της νύφης.
Όταν ένα ζευγάρι δεν μπορούσε να αποκτήσει
παιδιά και γι’ αυτό ευθυνόταν η γυναίκα, ο άνδρας μπορούσε να τη διώξει από το
σπίτι ή να φέρει κάποια στο σπίτι με την οποία θα μπορούσε να αποκτήσει παιδιά.
Αν δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά από ανικανότητα του συζύγου,
επιτρεπόταν η γυναίκα να μείνει έγκυος από άλλον άνδρα αφού όμως ο σύζυγος
έδινε τη συγκατάθεση του. Όταν ένας σύζυγος είχε αποκτήσει πολλά παιδιά ήταν
τιμή για αυτόν να δώσει τη γυναίκα του να την παντρευτεί κάποιος από τους
φίλους του.
Παλλακεία
(*)Θα
πρέπει να αναφέρουμε ότι στην αρχαία Ελλάδα μαζί με το αντρόγυνο πολλές φορές
ζούσαν και οι παλλακίδες, οι οποίες ήταν δούλες και είχαν ερωτική σχέση με
τον άνδρα. Η σχέση αυτή θεωρούνταν φυσιολογική. Μάλιστα ο σύζυγος απαιτούσε από
την παλλακίδα την ίδια πίστη που απαιτούσε κι από τη νόμιμη σύζυγο του.
Μπορούσε να αποκτήσει και παιδιά μαζί της τα οποία όμως συνήθως δεν είχαν πλήρη
πολιτικά δικαιώματα. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι έλεγαν το εξής: "Διαθέτουμε
πόρνες για την απόλαυσή μας, παλλακίδες για να μας παρέχουν καθημερινή φροντίδα
και συζύγους για να μας παρέχουν νόμιμα τέκνα και για να αποτελούν τους πιστούς
φύλακες του οίκου μας".
Η “Παλλακεία”, ήταν θεσμός
που ίσχυε παράλληλα με τον γάμο, και που σήμαινε τη χωρίς γάμο συμβίωση άνδρα
και γυναίκας.
Για τις ελεύθερες (όχι δούλες) γυναίκες, αντίθετα
από τους άνδρες, η σεξουαλική επικοινωνία επιτρεπόταν αποκλειστικά μόνο μέσα
στο γάμο. Η παλλακεία αν και δεν ήταν νομιμοποιημένος γάμος πολιτών, εν τούτοις
είχε de facto
νομιμοποίηση και σε μερικά σημεία αντιμετωπίζονταν από τη νομοθεσία σαν νόμιμος
γάμος. Νομικά, μόνο η σύζυγος έπαιρνε την κοινωνική θέση του
άνδρα, αλλά η παλλακίδα είχε από τον νόμο την ίδια προστασία με τη σύζυγο σε
περιπτώσεις προσβλητικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπό της. Ο Πλάτωνας αναφέρει, σχετικά με το φαινόμενο της παλλακείας, στο
έργο του Νόμοι: «Κι ας μην τολμήσει κανείς ν' αγγίξει άλλο πρόσωπο ελεύθερης
καταγωγής εκτός απ' τη γυναίκα του, ούτε να σπείρει είτε με παλλακίδες νόθα
παιδιά [...]»
Είναι όμως αλήθεια πως η σχέση της
παλλακίδας αντιμετωπιζόταν ως κατώτερου βαθμού συγκριτικά με τον κύριο γάμο,
και τα παιδιά της είχαν ανάλογη αντιμετώπιση, με λιγότερα δικαιώματα από τα
παιδιά της νόμιμης συζύγου; Σίγουρα αυτό σχετιζόταν και με την καταγωγή των
γυναικών, καθώς το στοιχείο που θα όριζε αν μια κοπέλα είχε περισσότερες
πιθανότητες να γίνει νόμιμη σύζυγος ή παλλακίδα, ήταν η προίκα, καθώς στην Αθήνα,
σπάνια μια κοπέλα γινόταν νόμιμη σύζυγος χωρίς αυτήν. Έτσι εξάγεται το
συμπέρασμα πως οι παλλακίδες θα πρέπει να ήταν φτωχά κορίτσια αττικών
οικογενειών ή δούλες που αιχμαλωτίζονταν από κατακτημένες πόλεις στους κατά καιρούς πολέμους.
Ο σεξουαλικός ανταγωνισμός μεταξύ της νόμιμης συζύγου και της
δούλης-παλλακίδας ήταν έντονος, ιδιαίτερα αν η σύζυγος ήταν στείρα ή είχε
γεννήσει μόνο κόρες. Αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ομηρικά έπη ως
ιστορικές πηγές, τότε θα συμπεράνουμε ότι τα νόθα παιδιά που ήταν οι καρποί των
ενώσεων του κυρίου και κάποιας δούλης είχαν μια στοιχειώδη κοινωνική αναγνώριση
και ίσως κάποια δικαιώματα στην πατρική περιουσία. Τουλάχιστον σε αυτά τα
συμπεράσματα καταλήγει κανείς, αν αναλογιστεί ότι στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος,
όταν επισκέπτεται το παλάτι του Μενελάου και της Ελένης στη Σπάρτη,
παρευρίσκεται σε διπλές γαμήλιες τελετές, της νόμιμης θυγατέρας του ζεύγους
Ερμιόνης, αλλά και του νόθου γιου που ο Μενέλαος είχε αποκτήσει από τη σχέση του
με μια δούλη. Στην Ιλιάδα, η ιέρεια της Αθηνάς, η Θεανώ, αποτελεί σπάνιο
παράδειγμα ανεκτικής συζύγου. Έφθασε στο σημείο να θηλάζει η ίδια τον νόθο γιο
του άνδρα της, του Αντήνορα, για να τον ευχαριστήσει.
Μέσα στο σπίτι, η σύζυγος είχε ως
κύριο έργο και ήταν αφοσιωμένη στην ανατροφή των παιδιών και στη διαχείριση των
οικιακών. Η παλλακίδα, ήταν αυτή που συνήθως περιποιόταν τον άνδρα, κάτι
ανάμεσα σε σύζυγος και εταίρα(1). Ο σύζυγος μπορούσε να επιμένει στο προνόμιο του
για εξωσυζυγικό έρωτα, χωρίς να αναμένει συνέπειες, καθώς η σεξουαλικότητα των
γυναικών δεν ήταν στο ίδιο μέτρο αυτόνομη με του άνδρα. Από την άλλη όμως, αυτό
δεν σήμαινε πως οι γυναίκες έβλεπαν ως αυτονόητη την παλλακεία, ώστε η νόμιμη
σύζυγος να την αντιμετωπίζει με κατανόηση ή και να την έχει αποδεχθεί. Πολλές είναι οι ιστορικές αναφορές σε περιπτώσεις που αναπτυσσόταν ζήλια από τη νόμιμη σύζυγο προς την παλλακίδα και κατέληγε σε έγκλημα, ιδιαίτερα από συζύγους στρατιωτικών ή αρχόντων που είχαν εξέχουσα θέση στην αρχαία κοινωνία. Χαρακτηριστικό παραδείγματα είναι η περίπτωση της
Κλυταιμνήστρας, που δολοφονεί τόσο το σύζυγό της Αγαμέμνονα, όσο και την αθώα
παλλακίδα του, την Κασσάνδρα, όχι γιατί τρέφει αγάπη για το σύζυγό της και
αισθάνεται προδομένη αλλά επειδή προσβλήθηκε η βασιλική της τιμή.
Τα συμπεράσματα για τη συζυγική ζωή των αρχαίων ημών προγόνων, δικά σας.
(1)Οι
εταίρες βρίσκονταν στην κορυφή της ιεραρχίας της πορνείας. Δεν περιορίζονται
στο να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες, με την ίδια τη λέξη «εταίρα» να
σημαίνει «σύντροφος». Στις περισσότερες περιπτώσεις διέθεταν ευρεία μόρφωση και
μπορούσαν να λάβουν μέρος σε συζητήσεις καλλιεργημένων ανθρώπων, για παράδειγμα
στα συμπόσια. Αποτελούν τις μοναδικές γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, με εξαίρεση
τις Σπαρτιάτισσες, που απολάμβαναν την ανεξαρτησία τους και μπορούσαν να
διαθέτουν προσωπική περιουσία. Ένα τέτοιο είδος παλλακίδας δεν πληρωνόταν με τη
βραδιά, αλλά λάμβανε δώρα από τους «εταίρους» και τους «φίλους»
της ώστε να ζει μια άνετη ζωή. Αξιοσημείωτη είναι η ομοιότητά τους με τις γκέισες
στην ιαπωνική παράδοση.
Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012
Προικοσύμφωνο
Ο
θεσμός της προικοδότησης των θυγατέρων είναι πανάρχαιος και από τα
Ομηρικά χρόνια φτάνει μέχρι την εποχή μας. Για αιώνες αμέτρητους, το πρώτο από τα
φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης (ομορφιά, ψυχική και πνευματική
καλλιέργεια κτλ.) που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η
απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη
ζητήσει σε γάμο.
Η παράδοση στη Κυπριακή οικογένεια ορίζει ότι, τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας. 0ι "θυγατέρες" προηγούνταν κι ακολουθούσαν οι "υιοί", με τη σειρά τους κι αυτοί. Ήταν ατιμωτικό για τον άντρα να παντρευτεί πρώτος και ν’ αφήσει αδελφή μεγαλύτερη ή μικρότερη ανύπαντρη! Πολλά παλικάρια έμεναν ανύπαντρα, γιατί δεν μπόρεσαν ν’ αποκαταστήσουν τις αδελφές τους. Ακόμα πιο σοβαρός ο ρόλος του πρωτότοκου σε μια οικογένεια που έχασε τον "τζιύρην" (τον κύρη-πατέρα) της. Αυτός είχε την ευθύνη να παντρέψει όλα του τα αδέλφια και να προικίσει τις αδερφές του και όχι σπάνιο φαινόμενο αυτός να μένει ανύπαντρος.
Στην παραδοσιακή Κύπρο, ο γάμος από έρωτα ήταν σπάνιος. Συνήθως οι γάμοι γίνονταν μετά από προξενιά και την συμφωνία των γονιών. Πολλοί γάμοι πραγματοποιούντο με την μεσιτεία της προξενήτρας του χωριού, που συνήθως πλησίαζε και βολιδοσκοπούσε την οικογένεια της υποψήφιας νύφης, μετά από προτροπή του ενδιαφερόμενου υποψήφιου γαμπρού. Τις περισσότερες φορές οι δύο νέοι αγαπιούνταν και ήταν προσυμφωνημένο το προξενιό από αυτούς. Αυτός όμως που
έπρεπε να δώσει την τελική συγκατάθεση, "να γίνει αυτό που όριζε" και "να
δώσει την ευχή του", ήταν ο πατέρας της νύφης. Ήταν κατακριτέοι οι νέοι που παντρεύονταν -κάποτε
κρυφά, κάποτε κλέβονταν- χωρίς την συγκατάθεση των γονιών
και την "ευχή του πατέρα". Για αυτές τις υπηρεσίες της, η προξενήτρα έπαιρνε "κανήσσια", διάφορα δώρα δηλαδή, όπως, λίγα χαλλούμια, καμιά κότα, λίγο τραχανά ή άλλα φαγώσιμα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν κανόνιζε γάμο άρχοντα, έπαιρνε νομίσματα. Κάποιοι αρχοντογιοί αν είχαν δυνατό πόθο για κάποια νέα έταζαν στην προξενήτρα μέχρι και χρυσές λίρες για να βάλει τα δυνατά της και να τα καταφέρει!
![]() |
| Λογιάσματα μετά το προικοσύμφωνο |
Μετά τα προξενιά, οι γονείς των μελλόνυμφων μαζί με τον ιερέα, τον μουχτάρη και πολλές φορές και την προξενήτρα σαν μάρτυρα, κάθονταν για να ετοιμάσουν και να υπογράψουν το προικοσύμφωνο. Για τους αγράμματους βεβαίωναν και υπόγραφαν οι γνωρίζοντες γραφή. Ακολούθως το ένα και μοναδικό αντίγραφο του προικοσύμφωνου χαρτοσημαίνετο, σφραγιζόταν και παραδιδόταν στον πατέρα του γαμπρού για να το φυλάξει.
Μέχρι και σήμερα η φροντίδα για τον γάμο των παιδιών είναι μέλημα και καθήκον των γονιών και μάλιστα του πατέρα. Το έθιμο της προίκας, στηριζόταν στο αίσθημα ευθύνης των γονιών να στεριώσουν κοινωνικά και οικονομικά τα παιδιά τους, που έφτιαχναν καινούργια οικογένεια και στην υποχρέωση, που εθιμικά αναλάμβαναν, να δώσουν σ’ αυτά ένα μέρος της περιουσίας τους, κινητής ή ακίνητης, με τη μορφή της προίκας.
Η γυναίκα δεν εργαζόταν. Τα βάρη του γάμου τα σήκωνε αποκλειστικά και μόνο ο άντρας. Αυτός είχε την υποχρέωση να συντηρεί τη σύζυγό του, ανάλογα με την κοινωνική της θέση, και να μεγαλώνει, με ανάλογο τρόπο και πάλι, τα παιδιά του. Η προίκα της γυναίκας αποτελούσε τη συνεισφορά της στον οικογενειακό προϋπολογισμό και μια ελάφρυνση του συζύγου από τα οικονομικά βάρη της οικογένειας.
Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια (5ος αι. μ.Χ.) για τη σύσταση της προίκας συντάσσονταν "προικώα έγγραφα". Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα έγγραφα αυτά ονομάζονταν προικοσύμφωνα και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Κυπρίους. Περιλάμβανε είδη ρουχισμού, έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια κλπ) νομίσματα κ.ά..
Η γυναίκα δεν εργαζόταν. Τα βάρη του γάμου τα σήκωνε αποκλειστικά και μόνο ο άντρας. Αυτός είχε την υποχρέωση να συντηρεί τη σύζυγό του, ανάλογα με την κοινωνική της θέση, και να μεγαλώνει, με ανάλογο τρόπο και πάλι, τα παιδιά του. Η προίκα της γυναίκας αποτελούσε τη συνεισφορά της στον οικογενειακό προϋπολογισμό και μια ελάφρυνση του συζύγου από τα οικονομικά βάρη της οικογένειας.
Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια (5ος αι. μ.Χ.) για τη σύσταση της προίκας συντάσσονταν "προικώα έγγραφα". Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα έγγραφα αυτά ονομάζονταν προικοσύμφωνα και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Κυπρίους. Περιλάμβανε είδη ρουχισμού, έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια κλπ) νομίσματα κ.ά..
Περιλάμβανε βέβαια και όλα τα ακίνητα (σπίτια, αμπέλια, χωράφια, ελαιώνες κλπ), που περιγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια (θέση, έκταση, πόσα δέντρα περιλάμβαναν, κτλ.).
Ο σύζυγος είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της και ακόμα να την αυξήσει. Δεν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή με άλλο τρόπο να παραχωρήσει κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και μόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος. Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, τότε ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.
Πιο κάτω διαβάστε ένα προικοσύμφωνο από τα παλιά:
"Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, της Παρθένου Μαρίας, του Αποστόλου Βαρνάβα και της Κοκώνας Μαριαννούς".
Προικοσύμφωνον της πρώτης κόρης μας της μεγάλης, θυγατρός εμένα του Κωσταντή της Μαρικκούς και της μακαρίτισσας της γεναίκας μου της Μαριτσούς, να πάρει νόμιμον άντρα της τον Γιωρκάτζην του Πασκάλη και της καρδιάς μας όλην την ευχήν μας.
Ο σύζυγος είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της και ακόμα να την αυξήσει. Δεν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή με άλλο τρόπο να παραχωρήσει κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και μόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος. Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, τότε ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.
Πιο κάτω διαβάστε ένα προικοσύμφωνο από τα παλιά:
"Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, της Παρθένου Μαρίας, του Αποστόλου Βαρνάβα και της Κοκώνας Μαριαννούς".
Προικοσύμφωνον της πρώτης κόρης μας της μεγάλης, θυγατρός εμένα του Κωσταντή της Μαρικκούς και της μακαρίτισσας της γεναίκας μου της Μαριτσούς, να πάρει νόμιμον άντρα της τον Γιωρκάτζην του Πασκάλη και της καρδιάς μας όλην την ευχήν μας.
Δεύτερον 4 κονίσματα το πρώτον σε ξύλον ούλον ζάρκα
και χοντρόν δκυο δάκτυλα και τα τρία άλλα σε πευκόξυλον που στάσσει πίσσαν πού
την μιάν μερκάν την απογιάτιστην.
Τρία πουκάμισα, τα δκυο μιτσιά και τόναν μεάλον ως
χαμαί, δκυο πορεσιανά τέλεια ατρύπητα και ολόγερα, δκυο μεσοφόρκα παστρικά
σαπουνισμένα στον Πηδκιάν.
Ένα ήμισυ ζευκάριν κλάτσες (την άλλην έως να γίνη ο
γάμος έχει καιρόν να την πλέξη).
Έναν φουστάνιν αλατζιένον δίμητον και ριωτόν και
άλλον ένα που αλατζιάν χρουματιστήν που την εψούμνισα εγιώ ο Κωσταντής της
Μαρικκούς πρόπερσι που το παναΰριν της Εληάς.
Δκυο παννιά (το έναν έχει λίγες τρύπες αλλά
ράβκουνται) για το καλορίζικον.
Δκυο ζευκάρκα παπούτσια (το ένα μισοσολιασμένον εν
έχει μήναν).
45 πήχες βρακοζώνιν που φυτίλλιν.
Τρείς κούβαρους νήμα 167 1/2 πήχες.
25 ριάλια, 22 ππαράες και άσπρα.
Δκυο μαείρισσες καλαωμένες και ένα τηάνιν αγάνωτον,
δκυο καντήλες με φκιορούδκια, τέσσερα πιάτα βαθουλά το έναν λλίον ραϊσμένον,
έναν μαστραππάν της μακαρίτισσας της στετές μου, έναν φετζιάνιν, έναν κόσσιηνον
και μιαν τατσιάν, έναν μιτσίν μαϊρισσούιν χωρίς καππάτζιν, έναν χαρτζίξυλον που
ξύλον ζωντανόν, έναν λυγνάριν χωματένον.
Έναν στρώμα με στούππες και τρεις μπακάρηδες για να
ράψουν αν θέλουν τζ' άλλον καλλίτερον.
Έναν κομματούιν χωράφιν ίσια με μιάν τζιυλίστραν
ενός γαάρου.
2 όρνιθες μ' έναν πετεινάριν καννάουρον.
Μισήν οκκάν μακαρολύνια του σιερκού (και αν
προφτάσουμεν κάμνουμέν τους τζι' άλλα), 2 λίτρες λάιν και 12 1/2 δρέμια
χαλλούμιν, 40 κλωστές σκόρτους και δκύο βάζους κουτρούβιν,
να τα μαλάξουν κάμποσοι και να τα κάμουν όλα
θάλασσαν να τρών, να πίνουν, να γλεντούν όλον το σήμερον και το αύριον,
γαμπρός, νύφη και όλα τα συμπεθερικά οι πιο κοντά γειτόνοι, όπως και η Κοκώνα η
Μαριαννού η δασκάλα μας, που γράφει αυτήν την προικοσυμφώναν.
Αμήν.
Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012
Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα
Μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής,
παραμένει ακόμη και σήμερα, η διά βίου ένωση δύο ανθρώπων, η οποία γιορτάζεται
με μεγάλη λαμπρότητα και αθρόα συμμετοχή κόσμου από την αρχαιοελληνική εποχή.
Έναν τέτοιο γάμο λοιπόν, θα παρακολουθήσουμε αμέσως παρακάτω.
Όταν είχαν ήδη κανονιστεί οι νομικές σχέσεις και τα "γαμικά
συμβόλαια" των νεονύμφων, το επόμενο βήμα ήταν, όπως συμβαίνει και σήμερα, η
θρησκευτική τελετή του γάμου. Αυτό ήταν απολύτως απαραίτητο, επειδή η μη τήρηση
του θρησκευτικού τύπου συνεπαγόταν τη μη γνησιότητα των τέκνων και τα νόθα
τέκνα δεν μπορούσαν να φέρουν μετά την ενηλικίωσή τους τον τίτλο του πολίτη
επειδή η απόκτηση νόμιμων και γνήσιων τέκνων, αποτελούσε τον κύριο σκοπό για
τον οποίο οι Έλληνες και ειδικότερα οι Αθηναίοι, παντρεύονταν.
Ο χρόνος ωστόσο που θα γινόταν ο γάμος δεν ήταν
τυχαίος, αλλά περιοριζόταν τόσο ως προς την εποχή, όσο και τις ημέρες του μήνα.
Σχετικά με τον προσδιορισμό της καταλληλότερης ημέρας για την τέλεσή του
υπάρχει διαφωνία μεταξύ των αρχαίων. Ο Ησίοδος την επικεντρώνει στην τέταρτη
ημέρα του μήνα, χωρίς να ξεκαθαρίζει αν εννοεί την τέταρτη μετρώντας από την
αρχή ή το τέλος του μήνα, αλλά διασταυρώνοντας τα λεγόμενά του με όσα γράφει ο
Πρόκλος καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αναφέρεται στην τέταρτη ημέρα από την
αρχή του μήνα.
Άλλοι πάλι σημειώνουν ως ημέρα του γάμου αυτήν που
θα είχε πανσέληνο, γι' αυτό και στην "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" του Ευριπίδη όταν η
Κλυταιμνήστρα ρωτάει τον Αγαμέμνονα πότε θα γίνει ο γάμος της κόρης τους,
εκείνος αποκρίνεται "όταν συμπληρωθεί ο κύκλος της σελήνης".
Ως προς την εποχή του έτους οι αρχαίοι προτιμούσαν
για τους γάμους τον χειμώνα ―λίγο παράξενο για 'μας σήμερα― και μάλιστα οι
Αθηναίοι είχαν ονομάσει τον μήνα κατά τον οποίο γίνονταν οι
γαμήλιες τελετές, "Γαμηλιώνα", (από τα μέσα Ιανουαρίου έως
τα μέσα Φεβρουαρίου), και ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Πάντως, ούτε η
ημέρα ούτε ο μήνας ήταν εντελώς υποχρεωτικά, επομένως κάποιες παρεκκλίσεις
γίνονταν δεκτές.
Η τελετή του γάμου περιλάμβανε τρεις
ξεχωριστές φάσεις: τα "Προτέλεια" ή "Προαύλια" ή "Προγάμια", τον κυρίως "Γάμο" και
τα "Επαύλια".
Μολονότι στους αρχαίους Έλληνες οι γάμοι ήταν
περιβεβλημένοι με σπουδαίο και επίσημο θρησκευτικό χαρακτήρα και πολλές φορές
επιβεβαιώνονταν με όρκο σε βωμούς ή ναούς θεών, λίγες τέτοιες μαρτυρίες έχουν
διασωθεί, όπως π.χ. στον Πλούταρχο, που περιγράφει ότι η ιέρεια της Δήμητρας
εφάρμοζε στους νυμφευόμενους τα πατροπαράδοτα έθιμα, ενώ ο Ζωναράς μνημονεύει
ότι στην Αθήνα, η ιέρεια της Αθηνάς εισερχόταν προς τους νεόγαμους κρατώντας
την “ιερή αιγίδα”, αφού στην αρχαιότητα οποιαδήποτε πράξη, ακόμη και η πιο
ασήμαντη, επιχειρούνταν μόνο μετά την επίκληση των θεών. Σε καμία περίπτωση δεν
θα ήταν δυνατόν ο γάμος να γίνεται χωρίς θυσίες και άλλες τελετές σε διάφορους
θεούς και θεές, υπό την προστασία των οποίων η αρχαιοελληνική θρησκεία έτασσε
τον γάμο.![]() |
Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας
Μουσείο
Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη |
Ως θεοί στους οποίους ήταν καθιερωμένο να προσφέρουν
αυτή τη θυσία ή και άλλες διάφορες δεήσεις υπέρ ευοδώσεως του γάμου και
ευημερίας των μελλονύμφων, αναφέρονται πέντε: ο Δίας, η Ήρα, η Αφροδίτη, η
Πειθώ και η Άρτεμις (που την επικαλούνταν οι γυναίκες στις ωδίνες του τοκετού).
Ο Φανόδημος μας πληροφορεί ότι οι Αθηναίοι θυσίαζαν επιπλέον και προσεύχονταν
υπέρ αποκτήσεως απογόνων στους Τριτοπάτορες, ανέμους ή θεούς-φύλακες των
ανέμων. Σ' αυτή την περίπτωση θυσίαζαν μόσχους ή δαμάλεις για τον συμβολικό
χαρακτήρα της ακακίας και της αθωότητας, γι' αυτό αφαιρούσαν και τη χολή
―σύμβολο πικρίας― από τα σφάγια και την πετούσαν. Υπήρχε, ακόμη, και η στιγμή
της ένορκης διαβεβαίωσης του ζεύγους, μαζί με τους πατέρες και συγγενείς του,
ενώπιον των θεών, ότι θα ζήσουν "επί κοινωνία βίου" και θα γεννήσουν παιδιά
σύμφωνα με τον νόμο.
Περίφημη επίσης τελετή ήταν και αυτή της "απολούσεως"
ή "λουτρόν", που γινόταν την ημέρα του γάμου από τον γαμπρό και τη νύφη μαζί,
με νερό από την επισημότερη πηγή ή ποταμό κάθε τόπου, όπως στην Αθήνα από την
ωραία κρήνη Καλλιρρόη ή στη Θήβα από τον ποταμό Ισμηνό ή στην Τροία από τον
Σκάμανδρο ή στη Μαγνησία από τον Μαίανδρο. Απαιτούνταν, πάντως, "ζων ύδωρ" από
ποτάμι ή πηγή, επειδή με το ζωντανό (μη στάσιμο) νερό συμβολιζόταν η συνέχεια
της ζωής της οικογένειας, δηλαδή η απόκτηση απογόνων των νυμφευομένων. Αυτά,
λοιπόν, τα νερά τα έφερνε συνήθως κάποιο παιδί από τους πλησιέστερους
συγγενείς, είτε του γαμπρού είτε της νύφης, και ονομαζόταν "λουτροφόρος".
[Αξίζει να αναφερθεί αναλογικά ότι και κατά τα έθιμα της ταφής των αρχαίων, σε περίπτωση που πέθαινε κάποιος ανύμφευτος, παραστεκόταν κάποιος λουτροφόρος κρατώντας μία υδρία με νερό].
[Αξίζει να αναφερθεί αναλογικά ότι και κατά τα έθιμα της ταφής των αρχαίων, σε περίπτωση που πέθαινε κάποιος ανύμφευτος, παραστεκόταν κάποιος λουτροφόρος κρατώντας μία υδρία με νερό].
Μία άλλη συνηθισμένη προπαρασκευαστική πράξη του
γάμου ήταν η προσφορά "χοών" και απαρχών. Οι μελλόνυμφοι πρόσφεραν δηλαδή τις
άκρες των μαλλιών τους στο μνήμα της Ιφινόης. Σχετικά με τη Δήλο, διηγείται ο
Ηρόδοτος ότι οι νύφες προ του γάμου έκοβαν μία κοτσίδα από τα μαλλιά τους και
την περιτύλιγαν σε "άτρακτο" συμβολίζοντας τα οικιακά έργα, στα οποία θα
αφιερώνονταν, ενώ οι γαμπροί τύλιγαν κάποια κοτσίδα τους γύρω από χορτάρι, σε
ένδειξη των γεωργικών έργων, με τα οποία θα καταπιάνονταν στην υπόλοιπη ζωή
τους.
Αμέσως μετά και αναπόσπαστα με τις προτέλειες
θυσίες, ακολουθούσε το τραπέζι του γάμου, η λεγόμενη "θοίνη", ένα έθιμο που
πέρασε μέσα από τη Pωμαϊκή, τη Bυζαντινή και την εποχή της
Τουρκοκρατίας και διατηρείται απαράλλακτο ακόμη και στις μέρες μας. Έχοντας
στον νου μας την αντίληψη που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή για τις γυναίκες,
δεν θα μας ξενίσει το γεγονός ότι στο τραπέζι του γάμου υπήρχε ιδιαίτερη θέση
γι' αυτές, στη μέση των οποίων καθόταν η νύφη καλυμμένη. Είναι αξιοσημείωτο ότι
γι' αυτό τον λόγο ήταν επιβεβλημένη και η παρουσία γυναικονόμων. Επειδή στους
γάμους παρευρίσκονταν και γυναίκες, ήταν απαγορευμένη λόγω ασφαλείας η είσοδος
στους ανθρώπους με ανήθικο βίο - όπως εξάλλου δεν τους επιτρεπόταν να
παραστέκονται στις γεννήσεις. Γι' αυτό και υπήρχε περιορισμένος αριθμός
καλεσμένων στο τραπέζι, ο οποίος προσήγγιζε τους 20. Στην Αθήνα ο αριθμός τους
όφειλε να μην υπερβαίνει τους 30, ενώ στο Άργος έφτανε στους 10 άνδρες και 10
γυναίκες. Ο αριθμός, επομένως, των συνδαιτημόνων του τραπεζιού του γάμου άλλαζε
ανάλογα με τον τόπο και την εποχή, αλλά πάντως ήταν πολύ περιορισμένος σε σχέση
με τα Pωμαιοβυζαντινά και σημερινά έθιμα. Ο Λουκιανός περιγράφει ότι "οι
γυναίκες κατέχουν ολόκληρη τη δεξιά πτέρυγα" σ' ένα γάμο, ενώ στον Αθήναιο "φτάνουν
να κάθονται σε τέσσερα τραπέζια, αν και οι άνδρες τις υπερβαίνουν ως προς δύο
επιπλέον τραπέζια".
![]() |
Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο
(μελανόμορφο
αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.) |
Κατά το βραδάκι περίπου, στην πατρική ακόμη οικία, η
νύφη ανέβαινε σε άμαξα, την "κλινίδα", που την έσερναν γαϊδουράκια ή βόδια, και
έπαιρνε θέση ανάμεσα στον νυμφίο και στον παράνυμφο, που ήταν κάποιος στενός
συγγενής ή φίλος. Όλοι μαζί προχωρούσαν προς την οικία του γαμπρού. Η νύφη σ'
αυτή την πομπική μετάβαση ήταν λαμπροστολισμένη και προπαντός φορούσε πάρα
πολλά αρώματα, όπως εξάλλου και ο νυμφίος. Επίσης, το ζεύγος φορούσε στεφάνι
(τα "στέφανα" διατηρούνται ακόμη και στις μέρες μας) από διάφορα φυτά
αφιερωμένα στην Αφροδίτη και πιο συγκεκριμένα στη Βοιωτία από σπαράγγια, λόγω
της συμβολικής τους σημασίας, ότι δηλαδή, όπως στα σπαράγγια από τραχύτατα
αγκάθια αναδύονται γλυκύτατοι καρποί, έτσι και ο καθένας από τους δύο θα
παρείχε ήμερη και γλυκιά συμβίωση στον άλλον. Όμοιο στεφάνι ωστόσο, φορούσαν
και όσοι τους συνόδευαν. Η συνολική εικόνα βέβαια του νυμφίου και της νύφης
ήταν εορταστική. Δεν φορούσαν ποικιλόχρωμα ή κόκκινα, αλλά ολόλευκα ρούχα, για
να συμβολίζουν την απουσία φθοράς όχι τόσο στο σώμα τους όσο στη μεταξύ τους
σχέση.
Μ' αυτό τον τρόπο και με τέτοιο στολισμό, η πομπή
από το πατρικό σπίτι της νύφης άρχιζε να κατευθύνεται προς την οικία του γαμπρού,
με τους ήχους κιθάρας και αυλών ―όπως γίνεται και σήμερα κυρίως και σε
παραδοσιακούς γάμους― ενώ ο κόσμος τραγουδούσε τα άσματα του Υμεναίου. Ο
Υμέναιος ήταν γιος της Τερψιχόρης και θεός-προστάτης του γάμου. Θρυλείται δε
ότι είχε σώσει και είχε μεταφέρει στην πατρίδα τους πολλές Αθηναίες, που είχαν
αιχμαλωτιστεί από πειρατές. Ως ανταμοιβή του επέτρεψαν, αν και ήταν Αργείος, να
πάρει μία απ' αυτές τις κόρες, την οποία αγαπούσε και έτσι συνδέθηκε η μνήμη
του με την τελετή του γάμου. Το φάσμα βέβαια των τραγουδιών, περιλάμβανε και
άλλα εγκώμια του γάμου, ενώ οι αυλοί που τα συνόδευαν ήταν δύο, ο ένας
μικρότερος και ο άλλος μεγαλύτερος, συμβολίζοντας έτσι τη συμφωνία μεταξύ των
νεονύμφων αλλά συγχρόνως και την προσήκουσα υπεροχή του άνδρα απέναντι στη
γυναίκα. Τους αυλούς και τις κιθάρες έπαιζαν αυλητρίδες και κιθαριστές, που
πληρώνονταν γι' αυτό, όπως γίνεται περίπου σήμερα με τους οργανοπαίχτες στο
τραπέζι του γάμου. Μπροστά σ' αυτή την επισημότατη πράξη του ιδιωτικού βίου και
το σπίτι του νυμφίου ήταν πανηγυρικά διακοσμημένο και ιδίως οι πόρτες του, που
ήταν στολισμένες με διάφορα στεφάνια από δάφνες και ελιά.
![]() |
Επαύλια
Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα,
πηλός, 360-355 π.χ.
Μουσείο
Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη. |
Σ' αυτή όμως την πανηγυρική νυφική πομπή και ο
γαμπρός ξεκινούσε από το σπίτι της νύφης, μόνο αν ήταν ο πρώτος του γάμος,
γιατί αν ήταν η δεύτερη φορά που παντρευόταν, τότε τον αντικαθιστούσε ένας
συγγενής ή φίλος του, ο οποίος έπρεπε να οδηγήσει τη νύφη στον γαμπρό ―όπως
συμβαίνει άλλωστε και σήμερα, ως τα σκαλοπάτια της εκκλησίας― και γι' αυτό
ονομαζόταν "νυμφαγωγός". Επιπλέον η νύφη είχε ως συνοδεία και τις δούλες της.
Αυτή που συμπορευόταν με τους γονείς της και είχε τη γενική εποπτεία του γάμου,
ονομαζόταν "νυμφεύτρια", ενώ αυτή που είχε στην ευθύνη της τις θυσίες λεγόταν "δημιουργός".
Η μητέρα της νύφης βάδιζε πεζή πίσω απ' την άμαξα του ζεύγους, κρατώντας
αναμμένες δάδες, όπως πρόσταζε το έθιμο, γι' αυτό και όταν ο Αγαμέμνων θέλησε
να κρατήσει στον γάμο της κόρης του Ιφιγένειας τις δάδες, η Κλυταιμνήστρα τού
το απαγόρευσε λέγοντάς του ότι μόνο η μητέρα της νύφης πρέπει να το κάνει αυτό.
Αλλά και στην πόρτα του σπιτιού του γαμπρού περίμενε επίσης η μητέρα του την
πομπή κρατώντας δάδες, για να συνοδεύσει τη νύφη στη συζυγική κρεβατοκάμαρα.
Εκτός βέβαια από τον στολισμό του σπιτιού του νυμφίου και της υποδοχής από τη
μητέρα του, γίνονταν και άλλες προετοιμασίες: έξω από το δωμάτιο της νύφης
κρεμούσαν ένα γουδοχέρι και εκείνη κρατούσε μπαίνοντας ένα κόσκινο, ως σύμβολα
των οικιακών ασχολιών, στις οποίες θα προΐστατο στο εξής ως οικοδέσποινα.
Εκτός από τα παραπάνω έθιμα υπήρχαν και κάποια άλλα,
τα οποία όμως διέφεραν από τόπο σε τόπο και πριν απ' όλα, στην αρχαία Αθήνα στα
τραπέζια των γάμων, ένα παιδί που ζούσαν και οι δύο γονείς του, φορώντας στο
κεφάλι του ένα στεφάνι από αγκάθια και κλαδιά βελανιδιάς περιέφερε ένα καλάθι
γεμάτο ψωμιά και καρπούς, λέγοντας τη συμβολική έκφραση: "διώξανε το κακό,
βρήκανε το καλύτερο", δείχνοντας έτσι τη μετάβαση του ζευγαριού από τη μοναχική
και άγρια ζωή στη συζυγική τελειότητα και αυτάρκεια, που την υπαινίσσεται το
ψωμί, όπως εξηγούν ο Παυσανίας και ο Ευστάθιος Θεσσαλονικεύς.
Μέρος α΄
Στη Βοιωτία επίσης σύμφωνα με το τοπικό έθιμο, μόλις
η νύφη έφτανε στο σπίτι του γαμπρού, έβαζαν φωτιά και έκαιγαν τον άξονα της
άμαξας μπροστά από το συζυγικό σπίτι. Η καταστροφή αυτή του άξονα, συμβόλιζε
ότι η νύφη δεν θα είχε πια τη δυνατότητα να εγκαταλείψει τη νέα της οικία,
δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε δήθεν μεταφορικό μέσο, για να γυρίσει στο πατρικό
της σπίτι. Επρόκειτο πια ―και όλοι το εύχονταν― να παραμείνει ως τον θάνατό της
στο πλευρό του άντρα της.
Ένα ακόμη αρκετά περίεργο έθιμο μας διηγείται ο
Κούρτιος για τη Μακεδονία, όπου κατά τους γάμους, το ζεύγος μοιράζεται ψωμί που
το κόβουν με ξίφος και το τρώνε και οι δύο μαζί. Γενικότερο ωστόσο έθιμο στην
αρχαία Ελλάδα ήταν η διανομή της γαμήλιας πίτας, που την έφτιαχναν με συστατικά
που συμβολικά αναφέρονταν στην κατοπινή κατάσταση του γάμου, δηλαδή σουσάμι
αντιπροσωπευτικό της γονιμότητας και μέλι για τη γλυκύτητά του, με την οποία
όλοι θα εύχονταν να κυλήσει η συμβίωση των νεονύμφων. Το μοίρασμα βέβαια γλυκών
δεν λείπει ούτε από τις σημερινές παραδοσιακές συνήθειες γύρω από τον γάμο.
Αναμφίβολα την ίδια συμβολική σημασία είχε και το γλυκό κυδώνι, που
υποχρεωνόταν η νύφη να φάει, πριν εισέλθει στη νυφική κρεβατοκάμαρα, δείχνοντας
ότι κάθε κουβέντα που θα έβγαινε από το στόμα της έπρεπε να είναι ωραία και
γλυκιά.
Μετά από όλ' αυτά, η νύφη καλυμμένη με το πέπλο της,
έμπαινε στον νυφικό θάλαμο, όπου ήταν η γαμήλια κλίνη. Το δωμάτιο αυτό
ονομαζόταν "παστάδα". Από την πόρτα λοιπόν της παστάδας νεαρές κοπέλες
τραγουδούσαν διάφορα άσματα, τα λεγόμενα "επιθαλάμια". Μόλις εισέρχονταν οι
νεόνυμφοι στο δωμάτιό τους, οι φίλοι τούς, έκλειναν την πόρτα και έκαναν
διάφορα αστεία πειράζοντάς τους με διάφορα επινοήματα ή θορύβους ή χτυπήματα
της πόρτας. Πάντως ακόμη και στις μέρες μας, συνηθίζεται ο στολισμός του
δωματίου του ζευγαριού όπως και του κρεβατιού τους.
Μέρος β΄
Μετά την πρώτη νύχτα γάμου, που την καλούσαν "μυστική
νύχτα"”, ήταν έθιμο να αποχωρίζεται ο γαμπρός για μία ημέρα τη νύφη. Πήγαινε στο
σπίτι του πεθερού, στον οποίο η νύφη έστελνε δώρο ένα πανωφόρι πολυτελείας, σαν
να ήθελε να εξαγοράσει έτσι την επιστροφή του γαμπρού κοντά της. Η ημέρα μετά
τη μυστική νύχτα ονομαζόταν "απαύλια", γιατί ο νυμφίος "απηυλίζετο", δηλαδή
έφευγε από το σπίτι του και το δώρο που έστελνε η νύφη στον πατέρα της, λεγόταν "απαυλιστηρία χλανίς".
Την επομένη ημέρα επέστρεφε ο γαμπρός στο σπίτι του.
Μαζί με τους συγγενείς και φίλους έδιναν στη νύφη τα δώρα, που λέγονταν "ανακαλυπτήρια
δώρα", επειδή η νύφη για πρώτη φορά αποκάλυπτε το πρόσωπό της, που το έκρυβε ως
τότε με πέπλο. Η διαφορά σ' αυτό το σημείο με τα σημερινά δεδομένα, είναι ότι
εμείς σήμερα προσφέρουμε τα δώρα συνήθως πριν την τελετή του γάμου.
Παρατέθηκαν μόνο μερικές ενδεικτικές στιγμές από έναν αρχαιοελληνικό γάμο. Η λεπτομερής απαρίθμηση των γενικών και τοπικών εθίμων και πρακτικών του γάμου, που συνηθίζονταν στην Αρχαία Ελλάδα, θα απαιτούσε πολλές σελίδες και θα γινόταν κουραστική. Είναι βέβαιο ότι αν μπορούσαμε να δεχθούμε μία πρόσκληση και να βλέπαμε από κοντά όλη τη διαδικασία, δεν θα μας φαίνονταν όλα τόσο παράξενα και πρωτόγνωρα, επειδή αν ανατρέξετε στο άρθρο μας «Ο παλιός παραδοσιακός Κυπριακός γάμος» θα διαπιστώσετε ότι πολλά απ' αυτά, επιζούν ακόμη και σήμερα, πράγμα που βεβαιώνει την αδιάρρηκτη συνέχεια της Ελληνικής Παράδοσης.
Αναμφίβολα, πάντως, θα περνούσαμε πάρα πολύ ωραία!
Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012
Συμβουλές και οδηγίες για μελλόνυμφους
Τι χρειάζεται να ξέρετε για την προετοιμασία του γάμου.
Οι προετοιμασίες αρχίζουν μέχρι και ενάμισι χρόνο πριν!
Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα λογικό χρονικό όριο κατά το οποίο θα πρέπει να γίνουν τα πιο σημαντικά.
Πρώτο και πιο σημαντικό να αποφασιστεί η ημερομηνία του γάμου και να κρατηθεί εκκλησία.
Ακολούθως να γίνει επιλογή και κράτηση του χώρου δεξίωσης.
Αμέσως μετά θα πρέπει να γίνει η επιλογή ανθοπωλείου, φωτογράφου και μουσικών.
Όλα τα πιο πάνω λειτουργούν με ημερολογιακές κρατήσεις γι' αυτό δεν μπορούν να μείνουν την τελευταία στιγμή, εάν θέλετε να τελέσετε τον γάμο σας στους χώρους που ονειρεύεστε και με τους επαγγελματίες που προτιμάτε για την ποιότητα της δουλειάς τους.
Τα υπόλοιπα που θα γίνουν στο διάστημα που θα ακολουθήσει, δηλ. νυφικό και κοστούμι, ζαχαροπλαστείο, επιλογή διασκέδασης, σχεδιασμός του γάμου, κλπ. θα βρουν τη σειρά τους και τον χρόνο τους.
Το αρχαιοπρεπές τελετουργικό του κυπριακού γάμου έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Περιγράφεται με λεπτομέρεια από τους αρχαίους συγγραφείς Πλούταρχο, Ευριπίδη, Αριστοτέλη και Πλάτωνα οι οποίοι μας δίνουν αναλυτικά λεπτομέρειες που θυμίζουν πολύ τον κυπριακό παραδοσιακό γάμο.
Στις μέρες μας το τελετουργικό έχει διαφοροποιηθεί μερικώς από τα παλιά κυπριακά έθιμα (τα οποία περιγράφουμε σε άλλη ανάρτηση της ιστοσελίδας μας http://duopipismusicians.blogspot.com/2012/04/blog-post_8329.html ) για να συνάδει με τη σημερινή ζωή και συνήθειες.
Για
την ώρα της έναρξης πρέπει να γίνει συνεννόηση των μελλονύμφων με τον
φωτογράφο πρωτίστως και ακολούθως με τους μουσικούς. Συνήθως η έναρξη
γίνεται δυόμισι με τρεις ώρες πριν την καθορισμένη ώρα του γάμου.
Κατά
τη διάρκεια του τελετουργικού χρειάζεται να παρίστανται οι γονείς, τα
αδέλφια, ο κουμπάρος/οι κουμέρες, οι νοννοί, οι παππούδες και γιαγιάδες (αν είναι
δυνατόν).
Πρώτα οι μουσικοί και ο φωτογράφος επισκέπτονται το σπίτι του γαμπρού.
Ο γαμπρός πρέπει να έχει έτοιμα τα εξής:
- τσέστο (αν θα χορέψει τα ρούχα ο κουμπάρος και οι φίλοι)
- τα ρούχα πάνω σε ένα κρεμμαστάρι
- ξυριστικά (αφρό ή κρέμα με βουρτσάκι και ξυράφι)
- κολώνια
- δύο λευκές πετσέτες
- καπνιστομέρρεχα (με ελιά & καρβουνάκι)
- μαντήλι κόκκινο
- το λουλούδι για το πέττο
- πιάτο με ένα μαντήλι άσπρο (για το πλούμισμα των μουσικών αν συμφωνήθηκε)
Το τελετουργικό καθορίζεται από τα παραδοσιακά δίστιχα που τραγουδούν οι μουσικοί και καλούν τον κάθε ένα αναλόγως της αρμοδιότητας του και τον ρόλο που παίζει σε αυτή τη διαδικασία.
Πρώτα ξεκινά ο κουμπάρος να ξυρίζει τον γαμπρό και μετά του βάζει κολώνια με τα παραδοσιακά "πατσούθκια πας την βούκκα".
Μετά οι μουσικοί καλούν την μητέρα να φέρει ρούχα του μέσα σε ένα τσέστο για να τον ντύσουν. Αν το επιθυμούν, τα ρούχα τα χορεύουν μονός αριθμός φίλων του. Ακολούθως ο κουμπάρος τον ντύνει και τον περιποιείται.
Μετά τον "καπνίζουν", ως συνήθως μόνο η οικογένεια και οι νοννοί. Στις πλείστες περιοχές το "κάπνισμα" προηγείται του "ζώσματος", σε κάποιες περιοχές κάνουν το ανάποδο.
Μετά ακολουθεί το "ζώσμα", από την οικογένεια πάλι και από όσους παρευρισκόμενους το επιθυμούν.
Τελευταίες βγαίνουν οι οικογενειακές φωτογραφίες.
Ακολούθως ο φωτογράφος και οι μουσικοί αναχωρούν για το σπίτι της νύφης.
Εκεί θα πρέπει να έχουν έτοιμα τα εξής:
- τσέστο (αν θα χορέψει τα "ρούχα" η κουμέρα και οι φίλες)
- με τα κοσμήματα, τα παπούτσια, γάντια, βέλος κλπ
- άρωμα (επίσης ένα βουρτσάκι μακιγιάζ και κοκκινάδι)
- καπνιστομέρρεχα (με ελιά & καρβουνάκι)
- μαντήλι κόκκινο
- πιάτο με ένα μαντήλι άσπρο (για το πλούμισμα των μουσικών αν συμφωνήθηκε)
Ξεκινά η κουμέρα με ένα "εικονικό" βάψιμο της νύφης καθώς στις μέρες μας οι νύφες επισκέπτονται πριν, ένα σωρό αισθητικούς και κομμωτήρια για τον σκοπό αυτό...
Μετά
οι μουσικοί καλούν την μητέρα να φέρει τα "παπούτσια" της μέσα σε ένα τσέστο για
να την στολίσουν. Τον τσέστο τον χορεύουν μονός αριθμός από ελεύθερες ή "μονοστέφανες" κοπέλες, δηλαδή παντρεμένες μόνο μία φορά, ούτε χωρισμένες, ούτε διπλοπαντρεμένες! Ακολούθως η κουμέρα της βάζει τα κοσμήματα και της φορά το βέλος.
Μετά οι ανύπαντρες φίλες -κατά ένα νέο μοντέρνο έθιμο- έρχονται κοντά στη νύφη για να τις γράψει κάτω από τα παπούτσια της για να παντρευτούν κι αυτές.
Μετά, όπως και στον γαμπρό, την "καπνίζουν" ως συνήθως μόνο η οικογένεια και οι νοννοί.
Μετά ακολουθεί το "ζώσιμο", από την οικογένεια πάλι και από όσους παρευρισκόμενους το επιθυμούν.
Τελευταίες βγαίνουν οι οικογενειακές φωτογραφίες.
Όλα τα πάνω διαφοροποιούνται αναλόγως των επιθυμιών και των αναγκών κάθε ζευγαριού. Εμείς είμαστε πάντα έτοιμοι να συζητήσουμε μαζί σας όλες τις λεπτομέρειες και να σας λύσουμε όλες σας τις απορίες.
Πέμπτη 19 Απριλίου 2012
Ο παλιός παραδοσιακός Κυπριακός γάμος
Η Κυριακή θεωρείτο στη Κύπρο ως η κατ'' εξοχήν μέρα για γάμους. Τα
ζευγάρια, σύμφωνα με το αρχαίο έθιμο, προτιμούσαν τις μέρες που είχε πανσέληνο,
όπως ακριβώς και ο αρχαίοι Έλληνες. Ειδικά γαμήλια κουλούρια, όμορφα
διακοσμημένα με σησάμι, παρόμοια με αυτά που έφτιαχναν στην αρχαιότητα,
στέλλονταν στους καλεσμένους μαζί με ένα κερί σαν πρόσκληση για τον Γάμο. Ένα από αυτά τα κουλούρια το έπαιρναν στην εκκλησία την ώρα του γάμου μαζί με το κρασί για να ευλογηθούν και μετά το κρεμούσαν στον τοίχο του δωματίου του αντρογύνου μέχρι να γεννηθεί μωρό για να του δώσουν να φάει από του κουλούρι αυτό να βγάλει δόντια!
"ελάτε κοπελλούες μου να 'λέσουμεν το ρέσιν"
"ελάτε κοπελλούες μου να 'λέσουμεν το ρέσιν"
Το βράδυ του Σαββάτου πριν από το γάμο, ετοίμαζαν το "ρέσιν",
που είναι το ειδικό γαμήλιο παρασκεύασμα της Κύπρου. Άπλωναν μέσα στον ηλιακό
(την αυλή του σπιτιού) ένα σεντόνι. Πάνω σε αυτό οι γυναίκες του σπιτιού (αλλά
όχι όμως η νύφη) έριχναν καβουρδισμένο σιτάρι. Σε κάποιες περιοχές Δυνατά
αγόρια το έσπαζαν πατώντας πάνω σε ξύλινες απλωμένες πλάκες ή σε άλλες περιοχές
το χοντροάλεθαν με το "σιερομύλι" δηλαδή τις μυλόπετρες. Ακολούθως
μετάφερναν το σπασμένο σιτάρι και το έριχναν στο περιεχόμενο των καζανιών που
άχνιζαν. Αυτό το περιεχόμενο ήταν κρέας από πρόβατο, κομμένο σε μεγάλα
κομμάτια, που ψηνόταν μέχρι να γίνει χυλός και να ξεκολλήσει από το κόκκαλο. Τα
αγόρια ανακάτευαν με ξύλα αυτό τον πολτό από σιτάρι και κρέας μέχρι ότου γίνει
ένα μείγμα και το ρέσιν τότε ήταν έτοιμο.
Μετά
την κατασκευή του ρεσιού, οι γυναίκες ετοίμαζαν το στρώμα του νυφικού
κρεβατιού, γεμίζοντας το με μαλλί και το έραβαν πέντε η επτά παντρεμένες
μονοστέφανες (με ένα στεφάνι, δηλαδή παντρεμένες μόνο μια φορά, που να ζει ο
άντρας τους) νέες γυναίκες προσθέτοντας στις τέσσερις του γωνιές κόκκινες
κορδέλες στο σχήμα του σταυρού.
"ράψετε τέσσερεις σταυρούς, στα τέσσερα καντούνια,
να τζιοιμηθούν οι νιόνυφφοι, σαν τα φιλικουτούνια"
"ράψετε τέσσερεις σταυρούς, στα τέσσερα καντούνια,
να τζιοιμηθούν οι νιόνυφφοι, σαν τα φιλικουτούνια"
![]() |
Ράψιμο και πλούμισμα
του κρεβαθκιού
|
Αυτή
η διαδικασία ονομαζόταν "το πλούμισμαν του κρεβαθκιού". Καθώς
οι γυναίκες έραβαν το στρώμα οι παριστάμενοι έριχναν χάλκινα ή ασημένια κέρματα
πού ράβονταν μέσα στο στρώμα. Όταν τελείωνε το ράψιμο, έριχναν παιδιά πάνω στο
στρώμα που χόρευαν και έκαναν τούμπες. Πίστευαν ότι, όπως τα κέρματα που έριξαν
στο στρώμα θα φέρουν χρήματα και αγαθά στο σπίτι σε ώρα ανάγκης, έτσι και τα
παιδιά θα φέρουν γονιμότητα. Ακολούθως ένας συγγενής σήκωνε το στρώμα πάνω στο
κεφάλι του, χόρευε με αυτό κάνοντας κύκλους και με συνοδεία το πλήθος που
επευφημούσε και χειροκροτούσε, το κουβαλούσε μέχρι το νυφικό υπνοδωμάτιο.
"Ώρα καλή τζι ώρα γρουσή"
Το πρωί της Κυριακής που ήταν η μέρα του γάμου, σηκώνονταν όλοι πολύ νωρίς. Ο γαμπρός ακόμη κι αν ήθελε να κρατήσει τα γένια του, τον ξύριζαν και τον αρωμάτιζαν με ροδόσταγμα.
''βάρτε κολώνιαν πολλήν, σάστε τζαι τα μαλλιά του,
μούσκους τζαι ροδοστέμματα, στα καμαρόφρυδά του"
Το ξύρισμα γινόταν με συνοδεία μουσικής βιολιού και λαούτου από τον μπαρμπέρη του χωριού και με γιορταστικό τρόπο. Μετά φορούσε τα γαμπριάτικα του, αφού όμως πρώτα τα χόρευε μέσα σε ένα πανέρι ο πρώτος κουμπάρος του.
"φορήστε του πουκάμισον, καλοσιδερομένον,
εν ότι πρέπει πάνω του, για νοστοπαντρεμένον"
Τον κάπνιζαν με ελιά και τον έζωναν τρεις φορές οι γονείς και οι συγγενείς με ένα κόκκινο μαντήλι και ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης.
Το πρωί της Κυριακής που ήταν η μέρα του γάμου, σηκώνονταν όλοι πολύ νωρίς. Ο γαμπρός ακόμη κι αν ήθελε να κρατήσει τα γένια του, τον ξύριζαν και τον αρωμάτιζαν με ροδόσταγμα.
''βάρτε κολώνιαν πολλήν, σάστε τζαι τα μαλλιά του,
μούσκους τζαι ροδοστέμματα, στα καμαρόφρυδά του"
Το ξύρισμα γινόταν με συνοδεία μουσικής βιολιού και λαούτου από τον μπαρμπέρη του χωριού και με γιορταστικό τρόπο. Μετά φορούσε τα γαμπριάτικα του, αφού όμως πρώτα τα χόρευε μέσα σε ένα πανέρι ο πρώτος κουμπάρος του.
"φορήστε του πουκάμισον, καλοσιδερομένον,
εν ότι πρέπει πάνω του, για νοστοπαντρεμένον"
Τον κάπνιζαν με ελιά και τον έζωναν τρεις φορές οι γονείς και οι συγγενείς με ένα κόκκινο μαντήλι και ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης.
![]() |
Γαμήλια πομπή προς
την εκκλησία
|
"Άγ'για στολίστε την καλά"
Στο μεταξύ η πρώτη κουμπάρα έλουζε τη νύφη και στη συνέχεια με τη βοήθεια της μητέρας, της φορούσε το νυφικό της και τα κοσμήματα της. Την έβαφαν και της έβαζαν αρώματα πολλά.
"βάρτε της άρωμαν πολλύν, τζαι πούτρα να μυρίσει,
τες στράτες πον' να ρέξουμεν, να τες μουσκομυρίσει"
Όπως και στο ξύρισμα του γαμπρού, έτσι και στο στόλισμα της νύφης, οι οργανοπαίκτες ήταν παρόντες. Αφού την κάπνιζαν και την έζωναν τρεις φορές οι γονείς της με ένα κόκκινο μαντήλι, επιβεβαίωση της παρθενίας της, η νύφη και η συνοδεία της έβγαινε από το σπίτι της και ακολουθούσαν την πομπή του γαμπρού που περνούσε απ' έξω.
Έτσι οι δύο πομπές με τους γονείς, τους κουμπάρους και τους παρανύμφους κατευθύνονταν προς την εκκλησία με συνοδεία μουσικής. Σε κάθε σταυροδρόμι τους ανέμεναν οι νοικοκυρές των γύρω σπιτιών για να καπνίσουν και να ράνουν τους μελλόνυμφους με ροδόσταγμα.
Στο μεταξύ η πρώτη κουμπάρα έλουζε τη νύφη και στη συνέχεια με τη βοήθεια της μητέρας, της φορούσε το νυφικό της και τα κοσμήματα της. Την έβαφαν και της έβαζαν αρώματα πολλά.
"βάρτε της άρωμαν πολλύν, τζαι πούτρα να μυρίσει,
τες στράτες πον' να ρέξουμεν, να τες μουσκομυρίσει"
Όπως και στο ξύρισμα του γαμπρού, έτσι και στο στόλισμα της νύφης, οι οργανοπαίκτες ήταν παρόντες. Αφού την κάπνιζαν και την έζωναν τρεις φορές οι γονείς της με ένα κόκκινο μαντήλι, επιβεβαίωση της παρθενίας της, η νύφη και η συνοδεία της έβγαινε από το σπίτι της και ακολουθούσαν την πομπή του γαμπρού που περνούσε απ' έξω.
Έτσι οι δύο πομπές με τους γονείς, τους κουμπάρους και τους παρανύμφους κατευθύνονταν προς την εκκλησία με συνοδεία μουσικής. Σε κάθε σταυροδρόμι τους ανέμεναν οι νοικοκυρές των γύρω σπιτιών για να καπνίσουν και να ράνουν τους μελλόνυμφους με ροδόσταγμα.
![]() |
Κάπνισμα στον δρόμο
|
"Ησαΐα χόρευε, η παρθένος έσχεν εν γαστρί..."
Φτάνοντας στην εκκλησία ο πατέρας παρέδιδε τη νύφη στον γαμπρό και αυτός την έπαιρνε από το χέρι (χωρίς να τη φιλήσει όπως κάνουν τώρα), έμπαιναν μαζί στο ναό και άρχιζε το μυστήριο. Τα στέφανα που φορούσαν η νύφη και ο γαμπρός στην εκκλησία ήταν αληθινά και πλεγμένα από μυρτιά ή κλαδιά ελιάς (που δεν έπρεπε να τα έχει δει η θάλασσα) και διακοσμημένα με χρυσοκλωστή και χρωματιστές γιρλάντες. Όταν ο ιερέας έλεγε το "Ησαΐα χόρευε", το ζευγάρι και οι παράνυμφοι κρατώντας τα χέρια, έκαναν τρεις φορές κύκλο γύρω από το τραπέζι που ήταν τοποθετημένο μπροστά από το εικονοστάσι. Το πλήθος έριχνε προς τον κύκλο βαμβακόσπορο, σησάμι, ζαχαρωτά και κέρματα ως συμβολική ευχή ευλογίας. Τα παιδιά περίμεναν τη στιγμή αυτή με πολλή αγωνία και ορμούσαν ανάμεσα στη νύφη και το γαμπρό και τους καλεσμένους, χωρίς να λαμβάνουν κανένα υπόψη, για να μπορέσουν να αρπάξουν τα καλύτερα και περισσότερα κέρματα. Το σαματά υποβοηθούσαν και οι πολλές ανύπαντρες κοπέλες που δεν έχαναν την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της τελετής και του "Ησαΐα χόρευε" να κτυπούν τον ώμο της νύφης δυνατά και να φωνάζουν "λυγερή" ή "κολόσυρ' τα πόδκια σου". Η νύφη υπάκουε στις εντολές και οι κοπέλες σιγουρεύονταν ότι προτού περάσει ο χρόνος μια από αυτές θα στεκόταν στο ίδιο τραπέζι του γάμου. Πολλά γέλια και θόρυβος γέμιζαν την εκκλησία κατά την διάρκεια της γαμήλιας τελετής και καθώς η τελετή τελείωνε και το ζευγάρι έφευγε μαζί από την εκκλησιά, πιστολιές και πυροβολισμοί ακούγονταν συχνά έξω από την εκκλησία.
Φτάνοντας στην εκκλησία ο πατέρας παρέδιδε τη νύφη στον γαμπρό και αυτός την έπαιρνε από το χέρι (χωρίς να τη φιλήσει όπως κάνουν τώρα), έμπαιναν μαζί στο ναό και άρχιζε το μυστήριο. Τα στέφανα που φορούσαν η νύφη και ο γαμπρός στην εκκλησία ήταν αληθινά και πλεγμένα από μυρτιά ή κλαδιά ελιάς (που δεν έπρεπε να τα έχει δει η θάλασσα) και διακοσμημένα με χρυσοκλωστή και χρωματιστές γιρλάντες. Όταν ο ιερέας έλεγε το "Ησαΐα χόρευε", το ζευγάρι και οι παράνυμφοι κρατώντας τα χέρια, έκαναν τρεις φορές κύκλο γύρω από το τραπέζι που ήταν τοποθετημένο μπροστά από το εικονοστάσι. Το πλήθος έριχνε προς τον κύκλο βαμβακόσπορο, σησάμι, ζαχαρωτά και κέρματα ως συμβολική ευχή ευλογίας. Τα παιδιά περίμεναν τη στιγμή αυτή με πολλή αγωνία και ορμούσαν ανάμεσα στη νύφη και το γαμπρό και τους καλεσμένους, χωρίς να λαμβάνουν κανένα υπόψη, για να μπορέσουν να αρπάξουν τα καλύτερα και περισσότερα κέρματα. Το σαματά υποβοηθούσαν και οι πολλές ανύπαντρες κοπέλες που δεν έχαναν την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της τελετής και του "Ησαΐα χόρευε" να κτυπούν τον ώμο της νύφης δυνατά και να φωνάζουν "λυγερή" ή "κολόσυρ' τα πόδκια σου". Η νύφη υπάκουε στις εντολές και οι κοπέλες σιγουρεύονταν ότι προτού περάσει ο χρόνος μια από αυτές θα στεκόταν στο ίδιο τραπέζι του γάμου. Πολλά γέλια και θόρυβος γέμιζαν την εκκλησία κατά την διάρκεια της γαμήλιας τελετής και καθώς η τελετή τελείωνε και το ζευγάρι έφευγε μαζί από την εκκλησιά, πιστολιές και πυροβολισμοί ακούγονταν συχνά έξω από την εκκλησία.
Εκτελεσμένο από τον αείμνηστο μας παππού Ιωάννη Πίπη
Έτος ηχοχράφησης 1985 στη Λευκωσία (ετών 91)
Μετά την εκκλησιαστική γαμήλια τελετή, σύμφωνα με το έθιμο, η νύφη
δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι της για δύο ολόκληρες μέρες και ήταν
αναγκασμένη να βλέπει προς τα κάτω. Αυτή η διαδικασία ονομαζόταν "το
καμάρωμαν της νύφης", δηλαδή τη θεώρηση ή παρατήρηση (με την παθητική
έννοια) της νύφης. Στα πιο παλιά χρόνια, η νύφη έμενε αυτές τις δύο μέρες και
με το πρόσωπο της καλυμμένο με το κόκκινο της πέπλο.
![]() |
Αναπαράσταση της
γαμήλιας τελετής
|
Όταν έφθαναν στο σπίτι του γάμου (που ήταν το σπίτι του γαμπρού
και όχι της νύφης), ο σύζυγος έριχνε με δύναμη ένα ρόδι πάνω στην πόρτα της
εισόδου για να σπάσει και να αδειάσει από τους σπόρους του. Αυτή η πράξη ήταν
μια συμβολική ευχή για γονιμότητα. Εκεί η μητέρα του γαμπρού, παρουσία του
νεαρού ζευγαριού και των κουμπάρων, έκοβε τη κεφαλή ενός κόκορα και ενώ το
έκανε, ο γαμπρός πατούσε δυνατά το πόδι της νύφης. Με αυτή τη συμβολική πράξη η
νύφη καταλάβαινε ξεκάθαρα ότι έπρεπε να υπακούει στον άνδρα της, αλλιώς θα είχε
την ίδια μοίρα με τον κόκορα!
Στο γεύμα του γάμου παρουσιαζόταν πρώτα το ρέσιν, που έπρεπε να
είναι ζεστό. Οι τιμώμενοι κάθονταν σε καρέκλες στο μακρύ στρωμένο τραπέζι, ενώ
ένα άλλο μέρος της μεγάλης σύναξης του γάμου έτρωγε σε καλαμωτές, που είχαν
στηθεί από πριν και που στηρίζονταν πάνω σε καρέκλες ή σε ξύλινα τριπόδια.
Όποιος δεν έβρισκε θέση σε αυτά τα τραπέζια έτρωγε στο έδαφος, πάνω σε
καλαμωτές και ψάθες που ήταν καλυμμένες με μακριά άσπρα ή πολύχρωμα
τραπεζομάντιλα.
Στη Κύπρο υπήρχε το όχι ανέξοδο έθιμο, σύμφωνα με το οποίο, όλοι
οι κάτοικοι του χωριού και όλοι οι ξένοι να ήταν προσκεκλημένοι στο γάμο και να
τρώγουν στο γαμήλιο γεύμα, αφού βέβαια οι επίσημοι προσκεκλημένοι σερβίρονταν
πρώτοι και έπαιρναν τις καλύτερες θέσεις στο τραπέζι. Αν οι γονείς του γαμπρού
που έκαναν το γάμο ήταν εύποροι, τότε κατέφθαναν από τα γειτονικά χωριά ένα
πλήθος ακάλεστων ξένων για να παραστεί στο γάμο. Μόνο ζητιάνοι δεν μπορούσαν να
παρακαθίσουν στο γαμήλιο τραπέζι. Όλοι έφταναν εξοπλισμένοι με διάφορα δοχεία
που γέμιζε η πεθερά με ανακατεμένα φαγητά. Όλη τη νύκτα τρώγανε και πίνανε
παντού. Μόλις όμως τελείωνε το γεύμα που το παίρναν καθιστοί, οκλαδόν ή ακόμη
και ξαπλωμένοι, σήκωναν αμέσως τα τραπέζια και τις ψαθαριές, για να μπορέσει να
αρχίσει ο χορός του γάμου, όπου έπαιζαν οι μουσικοί του χωριού, τους οποίους
παράγγελλαν ειδικά, δηλαδή οι βιολάρηδες, οι λαουτάρηδες, αυτοί που έπαιζαν πιθκιαύλι
(αυλό), ενώ οι καλεσμένοι του γάμου κτυπούσαν τα τύμπανα.
"Παίξε φκιολάρη το φκιολίν, με του Θεού την χάρην..."
"Παίξε φκιολάρη το φκιολίν, με του Θεού την χάρην..."
Η λύρα, η ίδια με αυτή που χρησιμοποιούσαν στη Ρόδο και ακόμη
χρησιμοποιούν στη Κάρπαθο, ήταν παλιά το κύριο όργανο μουσικής στη Κύπρο. Τα
βιολιά έφθασαν αργότερα στο νησί και την αντικατέστησαν. Ένα άλλο όργανο που
χρησιμοποιούσαν στη Κύπρο μέχρι πρόσφατα ήταν ο ταμπουράς που είχε τέσσερις
χορδές ενώ το λαούτο έχει συνήθως οκτώ. Τον ζουρνά και το νταούλι που ήταν ένα
τύμπανο καμωμένο από δέρμα γαϊδάρου τα χρησιμοποιούσαν μόνο οι Τούρκοι του
νησιού. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την "ταμπουτσιά", ένα
τύμπανο που έχει την προέλευση της στη κυπριακή αρχαιότητα, όπως επιβεβαιώνει
και η συχνή απεικόνιση της πάνω σε πολλά αρχαία κυπριακά αγγεία. Αυτά λοιπόν
ήταν τα όργανα που ακούγονταν σε όλη τη διάρκεια της νύκτας του γάμου.
![]() |
Διασκέδαση σε γάμο
περί το 1960
|
Κατά τη διάρκεια της βραδιάς του γάμου συνηθιζόταν να γίνονται
διαγωνισμοί τραγουδιών και αυτός που θα τραγουδούσε το καλύτερο αυτοσχέδιο
δίστιχο ή για το γάμο ή για το ζευγάρι, κέρδιζε τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα
των παρευρισκομένων. "Το τραούδιν του γάμου" το έλεγαν μέσα σε αυτή την
ατμόσφαιρα και ήταν αδιανόητο να γίνει γάμος χωρίς να το πουν.
Οι άνδρες χόρευαν συνήθως χωριστά από τις γυναίκες. Οι πιο
συνηθισμένοι χοροί ήταν οι αντικριστοί, που χορεύονταν κατά ζεύγη. Ήταν επίσης
κανόνας να χορεύει μόνο ένα ζευγάρι κάθε φορά. Ο τυπικός γυναικείος χορός
αποτελείτο τις περισσότερες φορές από κινήσεις ανοικτών χεριών εδώ και εκεί και
συνοδευόταν από μια ταυτόχρονη αργή και επαναλαμβανόμενη κίνηση ολόκληρου το
σώματος. Οι κινήσεις ήταν ανεπαίσθητες και σπάνια έσκυβε όλο το σώμα. Τα πόδια
μόλις και σηκώνονταν από το έδαφος. Τα πρόσωπα των κοριτσιών που χόρευαν έμεναν
σκόπιμα πολύ σοβαρά και ακόμα όταν οι θεατές αστειεύονταν και διασκέδαζαν,
κατέβαλλαν πολλές προσπάθειες για να αποφύγουν κάθε μειδίαμα. Προσήλωναν το
βλέμμα τους μπροστά και έγερναν το κεφάλι ελαφρά προς τη γη. Μόνο όταν πλησίαζε
το τέλος του χορού ενός ζευγαριού, η μουσική γινόταν πιο γρήγορη και αντίστοιχα
γίνονταν πιο γρήγορες και πιο ζωντανές οι κινήσεις των χορευτών πριν φύγουν.
Υπάρχει η άποψη ότι ο χορός της αρχαίας τραγωδίας μόνο με αυτόν τον τρόπο θα
μπορούσε να εκδηλωθεί. Οι άνδρες χόρευαν τον αντικριστό πιο έντονα. Ο ατομικός
ανδρικός χορός (γιατί γυναικείος δεν υπάρχει) χορευόταν όσο το δυνατό πιο
επιδεικτικά. Τρία η τέσσερα αγόρια πιάνονταν από τους ώμους χορεύοντας συρτό
και οδηγούσαν το χορευτή στο χώρο του χορού, στη συνέχεια αποτραβιόνταν και τον
άφηναν να εκτελέσει τις χορευτικές του φιγούρες. Οι ιδιαίτερα επιδέξιοι
χορευτές ξετυλίγονταν σαν ακροβάτες και πριν απαγορευτούν τα μαχαίρια από τους
Άγγλους, έριχναν το μαχαίρι στο αέρα και το έπιαναν.
![]() |
Ιωάννης Πίπης &
Νικόλας Τούμπας - παραδοσιακοί οργανοπαίχτες
|
Όταν τα κορίτσια τελείωναν το χορό τους και αποχωρούσαν, οι άνδρες
έριχναν κέρματα στο πιάτο των μουσικών. Με τον τρόπο αυτό τιμούσαν τα κορίτσια
και όσο περισσότερα ξόδευε κανείς τόσο περισσότερο έδειχνε την εκτίμηση τους
προς αυτά. Οι χορευτές και οι χορεύτριες, ο γαμπρός και όποιος άλλος ήθελε,
κατάφερναν με ένα πολύ πρωτότυπο τρόπο να δίνουν κάποια λεφτά στους μουσικούς.
Έφτυναν πάνω σε ένα νόμισμα και το πίεζαν δυνατά στο μέτωπο του μουσικού, μέχρι
να κολλήσει. Επειδή αυτό μπορούσε να συμβεί πολλές φορές σε ένα βράδυ, στο
ταλαιπωρημένο μέτωπο των μουσικών εμφανίζονταν κόκκινοι κύκλοι. Ο βιολάρης
έριχνε τα κέρματα που αποκτούσε μέσα στη θήκη ή ακόμα και μέσα στο ίδιο το
ηχείο του βιολιού του.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, οι μουσικοί για να αναλάβουν τον γάμο, τον "αρτιρούσαν", δηλαδή πλειοδοτούσαν στον πλειστηριασμό του γάμου που έκαναν οι συμπέθεροι και που λάμβανε χώραν στον καφενέ του χωριού λίγες μέρες πριν. Δηλαδή με λίγα λόγια, πλήρωναν για να παίξουν
αμισθί και πληρώνονταν μόνο από τα τυχερά που έπαιρναν από
το πιάτο που έβαζαν σε κάθε φάση των διαδικασιών του γάμου και από τα πλουμίσματα των χορευτών για τες παραγγελίες που έκαναν. Στους σημερινούς γάμους το πιάτο μπαίνει μπροστά στους μουσικούς από έθιμο και για να προκαλέσει την αρχοντιά και το χουβαρνταλίκι των παρευρισκομένων.
Σε κάποιες περιοχές προς τιμή της νύφης, άναβαν στην ύπαιθρο τη νύκτα του γάμου κοντά στο σπίτι της μια
φωτιά, που την άφηναν να καίει για πολλές ώρες. Αυτή η πράξη ονομαζόταν "ν' άψωμεν την λαμπάδαν της
νύφης".
Επίσης αν το επίτρεπε η προίκα, έστηναν μέσα στο σπίτι ή τον ηλιακό ανάλογα με την εποχή του χρόνου, ένα είδος θρόνου. Το κρεβάτι χρησιμοποιείτο συχνά σαν κάθισμα και τα σεντόνια και άλλα υφάσματα χρησιμοποιούνταν σαν οροφή του θρόνου. Δεξιά από το γαμπρό στεκόταν κάποιος, είτε επρόκειτο για τον πρώτο κουμπάρο είτε για τον αντιπρόσωπο του και κρατούσε ένα αναμμένο μεγάλο κερί. Αν για οικονομικούς λόγους το κερί ήταν λεπτό, το στερέωναν πάνω σε ένα μακρύ κοντάρι.
Επίσης αν το επίτρεπε η προίκα, έστηναν μέσα στο σπίτι ή τον ηλιακό ανάλογα με την εποχή του χρόνου, ένα είδος θρόνου. Το κρεβάτι χρησιμοποιείτο συχνά σαν κάθισμα και τα σεντόνια και άλλα υφάσματα χρησιμοποιούνταν σαν οροφή του θρόνου. Δεξιά από το γαμπρό στεκόταν κάποιος, είτε επρόκειτο για τον πρώτο κουμπάρο είτε για τον αντιπρόσωπο του και κρατούσε ένα αναμμένο μεγάλο κερί. Αν για οικονομικούς λόγους το κερί ήταν λεπτό, το στερέωναν πάνω σε ένα μακρύ κοντάρι.
Μαζί με το κρασί που έτρεχε σαν ποτάμι, κατανάλωναν κατά τη
διάρκεια της νύκτας και τα κουλούρια του γάμου και άλλα εδέσματα όπως τυρί,
αυγά, κρέας, φρούτα, ελιές κλπ. Κατά τις πρωινές ώρες η γιορτή του γάμου
γινόταν βακχική και διαρκούσε μέχρι να ξημερώσει, οπότε ολόκληρη η παρέα εύθυμη
και ζωηρή, αποφάσιζε να εγκαταλείψει το σπίτι του γάμου. Το νεαρό ζευγάρι
έπρεπε να παραμείνει στο θρόνο του μέχρι αργά το βράδυ. Ο γαμπρός σηκωνόταν
κάποτε-κάποτε για να χαιρετίσει τους καλεσμένους ή να τους κατευοδώσει, για να επιτηρήσει
την υπηρεσία ή για να μεριμνήσει μαζί με τους γονείς του για νέες προμήθειες
φαγητού. Η καημένη όμως η νύφη δεν επιτρέπετο να εγκαταλείψει το θέση της, παρά
σπάνια. Χόρευε μόνο μια φορά, όταν άνοιγε τον γαμήλιο χορό με τη πρώτη κουμπάρα
της. Έπρεπε να συνεχίσει να κάθεται εκεί για ώρες, με το κεφάλι και τα μάτια
της χαμηλωμένα.
Αν οι καλεσμένοι δεν είχαν διάθεση να αποχωρήσουν εθελούσια από το
γλέντι για να επιτρέψουν και στους νεόνυμφους να αποσυρθούν στο νυφικό δωμάτιο,
τότε οι μουσικοί αναλάμβαναν να παίξουν τον "πολογιαστό",
μουσικό κομμάτι που έστελνε το μήνυμα προς όλους ότι είναι και το τελευταίο.
Αργά μέσα στη νύκτα, όταν τελείωναν οι χοροί και το νέο ζευγάρι
συνοδευόμενο από τους γονείς, τους κουμπάρους, και τον ιερέα του χωριού
οδηγείτο στο νυφικό δωμάτιο, κάτω από τους ήχους των βιολιών, των λαούτων και
της ταμπουτσιάς. Η πρώτη κουμπάρα και ο πρώτος κουμπάρος κρατούσαν λαμπάδες και
έδειχναν το δρόμο. Εκεί το νεαρό ζευγάρι έμενε μόνο ενώ έξω από το νυφικό
δωμάτιο παρέμεναν οι άλλοι για να δουν τα "κορασάτα" της
νιόνυφης. Το ζευγάρι περνούσε την πρώτη νύκτα του γάμου του, όχι πάνω στο
νυφικό κρεβάτι, αλλά σε ένα στρώμα στο πάτωμα. Πάνω σε αυτό το στρώμα γινόταν η
πρώτη ερωτική πράξη, όχι για τίποτα άλλο παρά για να αποδειχθεί ότι η νιόνυφη ήταν
πράγματι παρθένα στους άλλους που περίμεναν έξω από το γαμήλιο δωμάτιο, ειδικά
στα πεθερικά. Αφού τελείωνε η ερωτική πράξη, ο γαμπρός έβγαινε έξω και τους
παρέδινε τα ματωμένα σεντόνια για να δουν τα κορασάτα της νιόνυφης. Εφόσον
ικανοποιούσε τους άμεσα ενδιαφερόμενους για το άσπιλο της παρθενίας της
νιόνυφης, ο γαμπρός έπρεπε να πληροφορήσει με τη σειρά και τους υπόλοιπους
χωριανούς. Άνοιγε το παράθυρο και άρχιζε τις πιστολιές και τους πυροβολισμούς
για να τους στείλει τα καλά μαντάτα.
Το πρωί της Δευτέρας η μάνα της νιόνυφης έσφαζε ένα ζευγάρι
νεογνών περιστεριών "ππαλαζούθκια" και τα έβραζε για να κάνει
τη καθιερωμένη αυγολέμονη σούπα των νεόνυμφων για να φάνε να δυναμώσουν. Σε
κάποιες περιοχές πρόσφεραν στους νεόνυμφους μέλι με καρύδια ή αμύγδαλα ή
έφτιαχναν πίττες με το μέλι για να έχουν γλυκιά ζωή. Το ξύπνημα των νεονύμφων
γινόταν με μεγαλοπρέπεια, με τους μουσικούς να παίζουν.
Οι κουμπάροι διοργάνωναν μια γιορτή με φαγοπότι και έφερναν τα δώρα, που λέγονταν "ξημέρωμα", στο νεαρό ζευγάρι, τις περισσότερες φορές τρόφιμα, κρέας, πουλερικά και άλλα παρόμοια. Πολλοί προσκεκλημένοι προσέφεραν σαν δώρο και χρήματα ή ρούχα, εξοπλισμό κλπ. Αυτά τα δώρα δεν δίνονταν ποτέ τη μέρα του γάμου, αλλά την επομένη, δηλαδή τη Δευτέρα και τα στοίβαζαν πάνω στο νυφικό κρεβάτι. Ο αρχικός λόγος πίσω από αυτή τη συνήθεια ήταν ότι εάν η νιόνυφη δεν ήταν παρθένα, ο γάμος διαλυόταν αμέσως άρα τα δώρα θα δίνονταν άδικα!
Οι κουμπάροι διοργάνωναν μια γιορτή με φαγοπότι και έφερναν τα δώρα, που λέγονταν "ξημέρωμα", στο νεαρό ζευγάρι, τις περισσότερες φορές τρόφιμα, κρέας, πουλερικά και άλλα παρόμοια. Πολλοί προσκεκλημένοι προσέφεραν σαν δώρο και χρήματα ή ρούχα, εξοπλισμό κλπ. Αυτά τα δώρα δεν δίνονταν ποτέ τη μέρα του γάμου, αλλά την επομένη, δηλαδή τη Δευτέρα και τα στοίβαζαν πάνω στο νυφικό κρεβάτι. Ο αρχικός λόγος πίσω από αυτή τη συνήθεια ήταν ότι εάν η νιόνυφη δεν ήταν παρθένα, ο γάμος διαλυόταν αμέσως άρα τα δώρα θα δίνονταν άδικα!
![]() |
Ο γαμπρός με τη
βράκα και η νύφη με το δευτερκάτικο της
|
"Ο Χορός του Αντροΰνου"
Το βράδυ η νύφη φορούσε το "δευτερκάτικον" της φόρεμα που ήταν συνήθως βαθύ μπλε ή μαύρο σαν ένδειξη της λύπης της που έχασε τη παρθενία της. Μαζευόταν πάλι ο κόσμος και οι νεόνυμφοι χόρευαν "τον χορόν του αντροΰνου" όπου τους "πλούμιζαν" δηλαδή καρφίτσωναν χαρτονομίσματα ή κοσμήματα πάνω στα ρούχα τους ή έριχναν νομίσματα σε ένα πιάτο.
"Χόρεψε νύφη χόρεψε, να λύσεις τα παπούτσια,
τζι ας εν καλά ο νιόγαμπρος, γοράζει σου τζιηνούρκα"
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προσκεκλημένοι του γάμου τη Δευτέρα κατά τη διάρκεια του συμποσίου, έσπαζαν σκόπιμα διάφορα γυαλικά που συμβόλιζε το σπάσιμο του παρθενικού υμένα της νιόνυφης. Ιδιαίτερη τιμή έκανε ο προσκεκλημένος στο νεόνυμφο ζευγάρι, αν αφού καθόταν στο τραπέζι του γάμου και του προσφερόταν ένα πιάτο γεμάτο από το αγαπητό του φαγητό, κατάφερνε να το κτυπήσει τόσο δυνατά πάνω στο τραπέζι ώστε αυτό να σπάσει και να λεκιάσει με το φαγητό το τραπεζομάντιλο.
Το βράδυ η νύφη φορούσε το "δευτερκάτικον" της φόρεμα που ήταν συνήθως βαθύ μπλε ή μαύρο σαν ένδειξη της λύπης της που έχασε τη παρθενία της. Μαζευόταν πάλι ο κόσμος και οι νεόνυμφοι χόρευαν "τον χορόν του αντροΰνου" όπου τους "πλούμιζαν" δηλαδή καρφίτσωναν χαρτονομίσματα ή κοσμήματα πάνω στα ρούχα τους ή έριχναν νομίσματα σε ένα πιάτο.
"Χόρεψε νύφη χόρεψε, να λύσεις τα παπούτσια,
τζι ας εν καλά ο νιόγαμπρος, γοράζει σου τζιηνούρκα"
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προσκεκλημένοι του γάμου τη Δευτέρα κατά τη διάρκεια του συμποσίου, έσπαζαν σκόπιμα διάφορα γυαλικά που συμβόλιζε το σπάσιμο του παρθενικού υμένα της νιόνυφης. Ιδιαίτερη τιμή έκανε ο προσκεκλημένος στο νεόνυμφο ζευγάρι, αν αφού καθόταν στο τραπέζι του γάμου και του προσφερόταν ένα πιάτο γεμάτο από το αγαπητό του φαγητό, κατάφερνε να το κτυπήσει τόσο δυνατά πάνω στο τραπέζι ώστε αυτό να σπάσει και να λεκιάσει με το φαγητό το τραπεζομάντιλο.
Την Τρίτη γινόταν πάλι τραπέζι, αλλά μόνο για τους συγγενείς, με
κότες που μάζεψαν από τα συγγενικά σπίτια ή με φαγητά που έφερναν οι ίδιοι οι
συγγενείς. Σε μερικά μέρη το τραπέζι των συγγενών συνεχιζόταν και την Τετάρτη
με νηστίσιμα φαγητά.
Την Τετάρτη το πρωί ο γαμπρός και η νύφη καλούσαν τους μουσικούς
να προγευματίσουν και να τους αποχαιρετίσουν. Μετά το πρόγευμα ο γαμπρός έδινε
στους μουσικούς σαν δώρο ένα μεταξωτό μαντήλι που στο ένα άκρο του είχε δεμένο
ένα ασημένιο νόμισμα. Μετά οι μουσικοί αποχαιρετούσαν το ζευγάρι, αφού τους
ευχαριστούσαν, τους εύχονταν βίον ανθόσπαρτον και επέστρεφαν στον τόπο τους.
Οι γιορτές του γάμου διαρκούσαν μια ολόκληρη βδομάδα και ο γάμος
τελείωνε τη επόμενη Κυριακή με τον "αντίγαμο".
Το γλέντι συνεχιζόταν στο πατρικό σπίτι του γαμπρού. Ο γαμπρός
καλούσε τα πεθερικά, τους γονείς του, τα αδέλφια του, τους κουμπάρους, τις
κουμέρες, καθώς και κάποιους συγγενείς ή φίλους που δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν
στους γάμους την προηγούμενη Κυριακή. Το τραπέζι στρωνόταν από το μεσημέρι και
συνεχιζόταν μέχρι αργά τη νύχτα. Με τον αντίγαμο ολοκληρώνονται τα έθιμα του
γάμου και το ζευγάρι ξεκινά την κανονική του ζωή.
Το πιο πάνω κείμενο είναι δανεισμένο και διασκευασμένο από τον ιστότοπο: http://news.karpasha.com/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










































